13 Ιουνίου 2024

Το παρόν και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αφορμή τις ευρωπαϊκές εκλογές*

Το παρόν και το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αφορμή τις ευρωπαϊκές εκλογές *


Που βρίσκεται σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση και που πηγαίνει; Η συγκυρία βοηθά ενόψει των ευρωεκλογών του Ιουνίου 2024 για αποτίμηση αλλά και για προβληματισμό σχετικά με το άμεσο και το απώτερο μέλλον της. Έχει περάσει ήδη πολύς χρόνος από τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (το 1951),της Ευρωπαϊκής Κοινότητας(το 1957) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (επίσης το 1957). Ήδη μετά τις Συνθήκες του Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ, της Νίκαιας και κυρίως της Λισαβώνας έχει διαμορφωθεί μια άλλη εικόνα, καθώς τη θέση των παλαιών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει καταλάβει πλέον η Ευρωπαϊκή Ένωση με ή χωρίς εισαγωγικά η τελευταία λέξη. Στην αρχή ο ενθουσιασμός ήταν δικαιολογημένος. Δεν ήταν λίγο ότι για πρώτη φορά αποκλείστηκε ο πόλεμος ανάμεσα στα κράτη-μέλη των πρώην Κοινοτήτων και θεωρήθηκε μονόδρομος η συνεργασία ανάμεσα στους πρώην εχθρούς. Ήταν άλλωστε τόσο καταστροφικός ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος που δεν θα έπρεπε να επαναληφθεί. Αυτό επιτεύχθηκε όμως μερικώς στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Δεν επιτεύχθηκε ούτε η ειρηνική διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ούτε ο αιματηρότατος πόλεμος που διεξάγεται στις μέρες μας μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας. Κι ας μην ξεχνάμε ότι Ευρώπη δεν είναι μόνο η Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μετά τον αρχικό μεγάλο ενθουσιασμό ακολούθησε ο σκεπτικισμός. Πως θα ήταν δυνατόν να εφαρμοστούν στην πράξη ωραίες ιδέες, όπως η ισότητα και η ελευθερία, όταν τα κράτη μέλη της Ένωσης είναι τόσο άνισα μεταξύ τους; Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας θα μπορέσει να φέρει κάποια θετικά για όλους αποτελέσματα; Είναι γεγονός ότι είναι τεράστια η απόσταση, πληθυσμιακή, οικονομική και πολιτική ανάμεσα π.χ. τη Γερμανία και τη Μάλτα ή τη διχοτομημένη με τη στρατιωτική βία Κύπρο, της οποίας την κατάσταση πολλοί προσποιούνται ότι λησμονούν. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε ότι όλες οι χώρες διαθέτουν ένα Επίτροπο στην Κομισιόν, οι πολυπληθείς όμως χώρες διαθέτουν περισσότερους. Ιδού μια ακόμα εκδήλωση της ανισότητας μέσα στους κόλπους της Ένωσης.

Είναι γεγονός ότι το ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι εντυπωσιακό, είναι όμως και λειτουργικό; Προφανώς όχι. Είναι τόσο δυσκίνητη η Ένωση που δεν μπορεί να πάρει σύντομα αποφάσεις ούτε καν για θέματα επείγοντα και αυτό αποδείχτηκε κατά τον χειρισμό της πρόσφατης υγειονομικής κρίσης. Ας θυμηθούμε ότι στον τομέα αυτό αρχικά το κάθε κράτος μέλος έδρασε αυτόνομα και η Ένωση αφυπνίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση για να αντιδράσει. Ας μη μιλήσουμε για τα θέματα της ασφάλειας και της άμυνας, στα οποία οι πολιτικές της Ένωσης είναι από ανύπαρκτες έως αναποτελεσματικές. Ούτε η εξωτερική πολιτική έχει καταφέρει να εκφέρεται ενιαία. Παρά την υποτιθέμενη σε βάθος συνεργασία ανάμεσα π.χ. τη Γερμανία και τη Γαλλία, οι μεγαλύτερες αυτές σε πληθυσμό και δύναμη χώρες συχνά στερούνται κοινού βηματισμού στον τομέα αυτό και ακολουθούν διαφορετική πορεία ιδίως τον τελευταίο καιρό.

Λειτουργούν βέβαια οι τρείς βασικές ελευθερίες, η ελεύθερη διακίνηση προσώπων, καθώς και εκείνες των κεφαλαίων και εμπορευμάτων. Καταργήθηκαν οι εσωτερικοί δασμοί. Πρόκειται ασφαλώς για σημαντικό επίτευγμα. Πόσο όμως η άσκηση των πιο πάνω ελευθεριών οδήγησε σε ισόρροπη ανάπτυξη στο σύνολο του ενωσιακού εδάφους; Αυτοί που ευνοήθηκαν κυρίως είναι οι οικονομικά ισχυροί, οι οποίοι διευκολύνθηκαν ιδιαίτερα από την κατάργηση των εσωτερικών δασμολογικών και άλλων περιορισμών. Ευνοήθηκαν βέβαια και οι μετακινήσεις ιδίως των σπουδαστών αλλά και των εργαζόμενων και αυτό είναι καταρχήν θετικό. Μήπως όμως τελικά βλάπτονται οι φτωχότερες ευρωπαϊκές χώρες, αφού όσοι σπουδαστές ή εργαζόμενοι στις πλούσιες χώρες προέρχονται από εκείνες, συνήθως εγκαταλείπουν οριστικά τη χώρα προέλευσής τους για να παραμείνουν στις πλουσιότερες, οι οποίες παρέχουν καλύτερη αμοιβή στην εργασία αλλά και ευνοϊκότερες επαγγελματικές προοπτικές;

Το ευρώ, ένα ισχυρό κοινό νόμισμα, είναι ασφαλώς ένα σπουδαίο επίτευγμα. Νόμισμα όμως που δεν προέρχεται από ένα συγκεκριμένο κράτος, ομοσπονδιακό ή άλλο, αποτελεί οπωσδήποτε μια παραδοξότητα. Το ευρώ διευκόλυνε οπωσδήποτε τις μετακινήσεις και έφερε ψυχολογικά τους ευρωπαίους πιο κοντά ανεξάρτητα από τους τόπο της προέλευσής τους. Είναι το πιο απτό δείγμα μιας ενιαίας αγοράς. Μήπως όμως και πάλι οι φτωχότερες χώρες είχαν πολλές δυσμενείς συνέπειες από την κυκλοφορία του; Οι τιμές στις χώρες αυτές δεν εκτινάχτηκαν στα ύψη μετά την κυκλοφορία του ευρώ, αλλά και οι εξαγωγές των προϊόντων τους εκτός Ο.Ν.Ε. δεν επηρεάσθηκαν αρνητικά από την αποτίμησή τους στο σκληρό αυτό νόμισμα;

Η ένταξη βέβαια των ασθενέστερων οικονομικά κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικά στην Ο.Ν.Ε. είχε θετικότατα αποτελέσματα ως προς τις κάθε φύσης οικονομικές εισροές προς αυτά μέσω πολλών και ποικίλλων χρηματοδοτικών εργαλείων. Μέσω της πάντα δυσκίνητης ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας κατέστη παρά ταύτα δυνατό να εκταμιευθούν ιλιγγιώδη συχνά ποσά στα κράτη-μέλη που τα είχαν ανάγκη. Ενισχύθηκε έτσι σημαντικά η οικονομία των λεγόμενων υποτιμητικά P.I.G.S. και κυρίως της Πορτογαλίας, ενώ εκείνη της Ιρλανδίας κυριολεκτικά απογειώθηκε. Η Πορτογαλία, αν και υστερούσε κατά πολύ οικονομικά σε σχέση ακόμα και με τη δική μας χώρα, κατάφερε τελικά να την ξεπεράσει και μάλιστα εντυπωσιακά. Η Ελλάδα δυστυχώς υπήρξε παράδειγμα προς αποφυγή. Χρόνια τώρα τα χρήματα που προέρχονταν από ευρωπαϊκούς πόρους συχνά κατασπαταλήθηκαν χωρίς αποτελεσματικό έλεγχο ούτε από τα ελληνικά αλλά και ούτε από τους ευρωπαϊκά ελεγκτικά όργανα. Εκταμιεύθηκαν στην Ελλάδα τεράστια ποσά, τα οποία ξοδεύτηκαν για καταναλωτικούς κυρίως σκοπούς. Μια μεγάλη ευκαιρία ανάπτυξης της χώρας μας χάθηκε για μια ακόμα φορά.

Παράλληλα αναπτύχθηκε ο άκρατος και άκριτος υπερδανεισμός της χώρας και των επιχειρήσεων και πάλι για καταναλωτικούς λόγους. Μια επίπλαστη ευημερία διαχύθηκε σχεδόν παντού. Και όταν πλέον κατέστη αδύνατος ο νέος δανεισμός για την αποπληρωμή των παλαιών δανείων, επήλθε η κατάρρευση και η επιβολή μέτρων λιτότητας επί δικαίων και αδίκων για να μην χρεοκοπήσει η χώρα και τυπικά. Αλλά και μετά την οικονομική κατάρρευση και το μεγαλύτερο κούρεμα χρέους στην ιστορία που πέτυχε το 2012 η Κυβέρνηση Παπαδήμου, φτάσαμε σήμερα στο σημείο το δημόσιο χρέος να είναι υψηλότερο εκείνου που μας οδήγησε στο οικονομικό και κοινωνικό βάραθρο! Η ευθύνη για τη μείωση του βιοτικού επιπέδου του λαού (και του Α.Ε.Π.) ανήκει ασφαλώς σε εκείνους που κυβέρνησαν τη χώρα μας για δεκαετίες αλλά και στους ενωσιακούς θεσμούς που παρατηρούσαν αδιάφορα επί χρόνια την επικείμενη καταστροφή. Δεν έφταιγαν μόνο τα ψεύτικα greek statistics. Οι ευθύνες για τις τελικά αποτυχημένες πολιτικές ποτέ δεν αποδόθηκαν όπως θα έπρεπε.

Παρά ταύτα σε ορισμένους τομείς επιτεύχθηκε μια σύγκλιση των νομοθεσιών ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κράτη με την πίεση κυρίως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πρέπει να της αναγνωριστεί αυτή η επιτυχία. Το ευρωπαϊκό δίκαιο διδάχτηκε στα Πανεπιστήμια, μελετήθηκε και εφαρμόστηκε στην πράξη με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κάποτε πρόχειρα, άλλοτε με φανερές ή υπόγειες αντιδράσεις. Το κακό είναι η Commission αναλώθηκε σε ένα απίστευτο κυνήγι λεπτομερειακών ρυθμίσεων σε τομείς των οποίων η αξία είναι αμφίβολη. Η επιμονή της να προωθεί διαρκώς απίστευτο αριθμό λεπτομερειακών Οδηγιών (Τι κακόηχη αλήθεια λέξη όταν οι αποδέκτες τους είναι τα κυρίαρχα κράτη-μέλη της Ένωσης!), χωρίς να είναι πάντα αναγκαία η έκδοσή τους, συνέβαλε αποφασιστικά στη συγκρότηση ενός τεράστιου γραφειοκρατικού οικοδομήματος που απωθεί, καθώς μάλιστα η Επιτροπή στερείται άμεσης δημοκρατικής νομιμοποίησης. Είχαν ασφαλώς κάποιο δίκιο οι βρετανοί όταν αποχωρώντας από την Ένωση υποδείκνυαν εκτός των άλλων ως υπεύθυνη για αυτό, την απίστευτη γραφειοκρατία των Βρυξελών. Ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ύστερα, παρά το ότι βελτιώθηκε η λειτουργία του σε σχέση με την εποχή που ήταν μόνο μια ευρωπαϊκή Συνέλευση, είναι ανεπαρκής. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από την άλλη πλευρά καθορίζει μόνο τις γενικές κατευθύνσεις της Ένωσης. Έτσι ο ρόλος της Commission έχει γίνει στην πράξη κεφαλαιώδης. Οι στρατιά των ηγεμονικά αμειβόμενων υπαλλήλων των Βρυξελών που συχνά μικρή επαφή έχουν με τη ζωντανή πραγματικότητα στις χώρες της Ένωσης συντάσσουν κανονιστικά κείμενα, συχνά δυσνόητα και αντιφατικά, χρησιμοποιώντας λέξεις αμφίβολης έννοιας που δίνουν αφορμή στη σύγχυση και την παρερμηνεία. Σε αυτό συμβάλλει βέβαια και η διαρκής επιδίωξη συμβιβασμού ανάμεσα στις αντικρουόμενες απόψεις ή τα συμφέροντα των εκπροσώπων των κρατών-μελών κατά τη σύνταξη των Οδηγιών ή και των Κανονισμών. Το αποτέλεσμα είναι έτσι συχνά απογοητευτικό.

Παρατηρείται γενικότερα στην πράξη μια διαρκής τάση διόγκωσης των αρμοδιοτήτων των οργάνων της Ένωσης σε βάρος εκείνων των εθνικών οργάνων. Οι αρχές των κρατών-μελών τείνουν να μετατραπούν σε απλά όργανα μηχανιστικής ένταξης των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο με τυπικούς νόμους, διατάγματα ή υπουργικές αποφάσεις, χωρίς καμιά σημαντική εθνική επεξεργασία. Για το τελευταίο φταίνε τόσο τα κοινοβούλια όσο και κυρίως οι κυβερνήσεις που έχουν τη σχετική νομοθετική πρωτοβουλία. Η εθνική κυριαρχία μειώνεται στην πράξη και με αυτή την τακτική. Η σχέση ενωσιακών και εθνικών αρμοδιοτήτων δεν είναι πάντοτε σαφής. Η διαρκής τάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να ασχολείται περί παντός επιστητού υπονομεύει την ίδια την όποια κυριαρχία των κρατών μελών. Ακόμα και τα δικαστικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης βαίνουν πέραν των αρμοδιοτήτων τους ασκώντας διαπλαστικό ρόλο, αν και συχνά αυτό γίνεται για καλό. Πόση πράγματι απόσταση υπάρχει ανάμεσα στη σαφή διάκριση των αρμοδιοτήτων ανάμεσα στις ομοσπονδιακές αρχές και τις πολιτειακές αρχές των Πολιτειών στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής! Το επιτυχημένο αμερικανικό υπόδειγμα κατανομής των εξουσιών δεν φαίνεται να εμπνέει τους ευρωπαίους του σήμερα. Επιχειρείται διαδοχικά η συρρίκνωση της κυριαρχίας των κρατών-μελών σε τομείς που δεν θα έπρεπε. Στη χώρα μας όμως συμβαίνει το παράδοξο κάποιες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις να επιβάλλονται ευκολότερα όταν καλύπτονται με τον μανδύα του παράγωγου ενωσιακού δικαίου!

Αν θέλει η ενωσιακή Ευρώπη να επιβιώσει, πρέπει να μετασχηματισθεί, να γίνει πιο συνεκτική με περισσότερο όμως ταυτόχρονα σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών μελών. Ο τρόπος λήψης των αποφάσεων πρέπει ασφαλώς να αλλάξει και κάποιας μορφής πλειοψηφία πρέπει να εφευρεθεί. Η προοπτική όμως αυτή δεν μπορεί να στραφεί κατά των λιγότερο ισχυρών κρατών. Πέρα από την επιδίωξη για μια πιο δημοκρατική επιλογή των Επιτρόπων θα πρέπει να μελετηθεί η σύσταση ενός εκλεγμένου οργάνου αντίστοιχου με τη Γερουσία την Ηνωμένων Πολιτειών, στο οποίο κάθε κράτος θα δικαιούται ίσο αριθμό μελών ανεξάρτητα από τον πληθυσμό του. Όπως τις Η.Π.Α δεν κυβερνούν οι πολυπληθέστερες και ισχυρότερες οικονομικά πολιτείες του Τέξας ή της Καλιφόρνια, έτσι και την Ευρώπη δεν είναι σωστό να ποδηγετούν τα άλλα κράτη-μέλη η Γερμανία και η Γαλλία.

Μέχρι όμως η Ευρωπαϊκή Ένωση να πάρει τον χαρακτήρα ομοσπονδιακού κράτους φαίνεται ότι θα περάσει αρκετός καιρός. Μέχρι τότε η Ένωση πρέπει να γίνει πιο λειτουργική. Η ισόρροπη εμβάθυνση πρέπει να προχωρήσει και η διεύρυνση στη φάση αυτή να μετατεθεί για το μέλλον. Η Ουκρανία, όσο πολύπαθη και αν είναι, δεν πληροί τις προϋποθέσεις για ένταξη στην Ένωση και αυτό είναι περισσότερο από εμφανές. Το ίδιο ισχύει και για τη Μολδαβία, τη Γεωργία ή τις χώρες των δυτικών Βαλκανίων με εξαίρεση ίσως τη Σερβία. Η Ένωση για να επιβιώσει χρειάζεται κυρίως συνοχή και λειτουργικότητα και όχι μια μαζική διεύρυνση χωρίς την τήρηση αρχών. Η ένταξη σε αυτήν ανώριμων από κάθε άποψη κρατών θα κάνει μόνο κακό στην κοινή προσπάθεια. Και ας μη ξεχνάμε ότι ακόμα και στις μέρες μας η διαφθορά σε ορισμένα κράτη μέλη της Ένωσης από την ανατολική Ευρώπη είναι πάντα ιδιαίτερα ενεργή.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να αλλάξει πολιτικές. Η απόσταση ως προς τους οικονομικούς δείκτες από τις Η.Π.Α. μεγαλώνει αντί να μικραίνει. Είναι επιτέλους καιρός η Ένωση να αποκτήσει τη δική της εξωτερική πολιτική και να μη σέρνεται πίσω από τα στενά συμφέροντα των Η.Π.Α. Η σχεδόν ανύπαρκτη σημερινή πολιτική άμυνας είναι αναγκαίο να εγκαταλειφθεί. Πρέπει να οργανωθεί επιτέλους ένας ισχυρός ευρωπαϊκός στρατός που να αποτελεί σημαντική αποτρεπτική δύναμη για κάθε επιβουλή. Ο πόλεμος βρίσκεται στις παρυφές της Ένωσης και πρέπει να αποτραπεί η επέκτασή του με κάθε θησεία. Αν επεκταθεί, με τα σημερινά δεδομένα, η Ευρώπη απλώς θα καταστραφεί. Είναι ακόμα αναγκαίο να μελετηθεί εκ νέου η σχέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το Συμβούλιο της Ευρώπης. Προκαλεί π.χ. αμηχανία η λειτουργία διεθνών δικαστηρίων και στους δύο αυτούς διεθνείς οργανισμούς που αποφαίνονται κάποτε για τα ίδια θέματα και δεν μπορούν να αποκλειστούν σοβαρές αντιθέσεις στη νομολογία που προέρχεται από αυτά. Επίσης πρέπει να αναβαθμιστεί η Επιτροπή Κοινωνικών Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τα κοινωνικά δικαιώματα πρέπει να τυγχάνουν ισότιμης προστασίας με τα λοιπά δικαιώματα του ανθρώπου.

Δυο τελευταίες λέξεις για το διάλογο στην Ελλάδα ενόψει ευρωεκλογών. Λυπάμαι να πω ότι είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Τα περισσότερα κόμματα διαγκωνίζονται σχεδόν μόνο για το ποσοστό των ψήφων που θα πάρουν στις ευρωεκλογές. Δεν συζητά σχεδόν κανείς για τα πιο πάνω ή άλλα προβλήματα όπως και για το θεσμικό μέλλον της Ένωσης. Οι περισσότεροι αδιαφορούν, κάποιοι πολεμούν την Ένωση, ενώ άλλοι προβάλλουν γενικά και αόριστα ότι πρέπει να είμαστε πιο κοντά στην Ευρώπη χωρίς άλλες διευκρινίσεις. Μα είμαστε τμήμα της Ευρώπης, δεν βρισκόμαστε ούτε κοντά ούτε μακριά από την Ευρώπη. Φαίνεται δεν έχει γίνει αυτό πλήρως κατανοητό. Εκείνο που λείπει είναι η ενασχόλησή μας με τα ευρωπαϊκά θέματα, δηλαδή με θέματα που μας αφορούν περισσότερο άμεσα από όσο νομίζουμε. Η ψεύτικη μάλιστα εικόνα που διαμορφώθηκε με την ευθύνη πολλών πολιτικών μας ότι η παλιά Ε.Ο.Κ. και τώρα η Ε.Ε. είναι μόνο μια πηγή χρημάτων, τα οποία εμείς οφείλουμε να εξαντλούμε παράγοντας ή και όχι(!) το έργο που μας αναλογεί, μας υποτιμά ως πρόσωπα μιας χώρας στην οποία γεννήθηκε η ίδια η Ευρώπη ως λέξη και ως έννοια αλλά και ο ορθός λόγος και το μέτρο. Είναι απολύτως απαραίτητο τέτοιες νοοτροπίες να εξοβελιστούν. Οι έλληνες μπορούμε να συνδιαμορφώνουμε με τις όποιες δυνάμεις μας το κοινό μας μέλλον με τους άλλους ευρωπαίους με σοβαρότητα και συνέπεια. Πρέπει επιτέλους να «σηκωθούμε λίγο ψηλότερα».

Γιώργος Σταυρόπουλος

Θεσσαλονίκη 29 Μαΐου 2024

*Κείμενο που εκφωνήθηκε σε δημόσια εκδήλωση στη Θεσσαλονίκη που οργανώθηκε από τη Νομική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου και το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Νομικών Σπουδών με την ευκαιρία της επίδοσης Τιμητικού Τόμου στον ομότιμο καθηγητή Πέτρο Στάγκο.


22 Φεβρουαρίου 2024

Σύντομες σκέψεις για τη θεσμική ακεραιότητα της δικαιοσύνης

 

                         Σύντομες σκέψεις για τη θεσμική ακεραιότητα της δικαιοσύνης

       Η θεσμική ακεραιότητα της δικαιοσύνης εξαρτάται κυρίως από τη σημασία που δίνουν σε αυτήν οι άλλες δυο εξουσίες, τα ιδιωτικά συμφέροντα αλλά και οι ίδιοι οι δικαστές και οι εισαγγελείς. Η θεσμική ακεραιότητα της δικαιοσύνης περιγράφεται κολοβή  στο Σύνταγμα και τους νόμους. Τα σχετικά κανονιστικά κείμενα, ανεξάρτητα από την κλίμακα των κανόνων δικαίου στην οποία εντάσσονται, δίνουν την εντύπωση ότι θέλουν και δεν θέλουν την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας. Από τη μια διακηρύσσουν την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και από την άλλη την υπονομεύουν. Έτσι, όλα σχεδόν τα θέματα της διοίκησης της δικαιοσύνης ανατίθενται στην κυβέρνηση χωρίς την παραμικρή ανάμειξη των δικαστών. Ο προϋπολογισμός της δικαιοσύνης δεν καταρτίζεται με τη συμμετοχή και της ίδιας της δικαιοσύνης αλλά αποκλειστικά από την εκτελεστική εξουσία. Οι δικαστές συνήθως ούτε καν ερωτώνται για αυτόν. Οι αποδοχές και οι συντάξεις των δικαστών ομοίως καθορίζονται από τη Βουλή με πρόταση  της Κυβέρνησης. Οι μανδαρίνοι μάλιστα του Υπουργείου Οικονομικών κάνουν ό,τι μπορούν παραδοσιακά για να μειώνουν τους δικαστές απορρίπτοντας κάθε αίτημα για την οικονομική τους αναβάθμιση. Προτιμούν να εξαναγκάζουν τους δικαστές να προσφεύγουν στα δικαστήρια για να τους μειώνουν ακόμα περισσότερο ηθικά. Την ίδια τακτική ακολουθούν συνήθως και οι κυβερνήσεις. Με τον τρόπο αυτό εκθέτουν τους δικαστές στα μάτια της κοινής γνώμης. Την ίδια τακτική ακολουθούν και οι εκδότες και οι δημοσιογράφοι, ουσιαστικά εκβιάζοντάς τους, για να αποφύγουν τον όποιο δικαστικό έλεγχο, επιθυμώντας και αυτοί να λειτουργούν ανεξέλεγκτα.

       Πολλά θέματα της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστών καθορίζονται κατά το Σύνταγμα από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο( Α.Δ.Σ.). Σε αυτό όμως προεδρεύει πάντοτε ο πρόεδρος του οικείου ανώτατου δικαστηρίου, τον οποίο ορίζει ελεύθερα και χωρίς κανένα περιορισμό η εκάστοτε Κυβέρνηση. Αλλά και για να συνέλθει και να αποφασίσει το Α.Δ.Σ. για οποιοδήποτε θέμα θα πρέπει να αποστείλει το σχετικό «Ερώτημα» το Υπουργείο Δικαιοσύνης.  Το Α.Δ.Σ. δεν μπορεί να συγκαλέσει αυτεπαγγέλτως ούτε καν ο Πρόεδρός του!  Η κίνηση της όλης διαδικασίας για τη λειτουργία του εξαρτάται αποκλειστικά από τον Υπουργό Δικαιοσύνης!

       Οι Πρόεδροι των Ανωτάτων Δικαστηρίων ορίζονται από την Κυβέρνηση χωρίς αιτιολογία και η επιλογή τους δεν μπορεί να ελεγχθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με τη ρητή επιταγή του ίδιου του Συντάγματος. Το ίδιο ισχύει και για τις επιλογές των Αντιπροέδρων. Τα τελευταία βέβαια χρόνια ισχύει με βάση ένα αντισυνταγματικό νόμο, όπως έχει δεχθεί η Διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, η λήψη της προηγούμενης  γνώμη  της Βουλής για τα προς επιλογή πρόσωπα. Αλλά και η γνώμη  αυτή δεν είναι, κατά τον ισχύοντα νόμο, υποχρεωτική για την Κυβέρνηση. Μπορεί έτσι η Κυβέρνηση να επιλέγει πρόσωπα για τα οποία δεν υπάρχει καν θετική γνώμη από τη Βουλή! Όπως και να το πάρει κανείς πρόκειται περί θεσμικού παραλογισμού. Παρελαύνουν κάθε φορά για ακρόαση στη Βουλή δεκάδες δικαστές  που είναι υποψήφιοι για μια θέση Προέδρου ή Αντιπροέδρου και κρίνονται συνήθως από βουλευτές που δεν είναι συχνά ούτε καν νομικοί  σε μια διαδικασία που δεν προβλέπεται από το Σύνταγμα!  To αμερικανικό πρότυπο για την πιο πάνω ρύθμιση άλλα ορίζει. Ο Πρόεδρος προτείνει και η Γερουσία αποφασίζει, μετά από γνωμοδότηση ειδικής επιτροπής νομικών. Στην Ελλάδα προβλέφθηκε μια διαστρέβλωση της αμερικανικής ρύθμισης, μόνο και μόνο για να αναμειγνύεται και η Βουλή στη σχετική διαδικασία, χωρίς όμως τη δυνατότητα ουσιαστικής από μέρους της παρέμβασης στην τελική επιλογή των ανώτατων δικαστών  με αποτέλεσμα την υποβάθμιση τόσο της ίδιας της Βουλής όσο και των κρινόμενων δικαστών. Η προβλεπόμενη εξάλλου από το Σύνταγμα απόλυτη εξουσία επιλογής ανώτατων δικαστών από την Κυβέρνηση πρέπει να περιορισθεί ή να καταργηθεί. Η ανάγκη αυτή  καθίσταται πιο έντονη για τα μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού το δικαστήριο αυτό είναι εκείνο που κατεξοχήν ελέγχει τη νομιμότητα των διοικητικών πράξεων που συνήθως εκπορεύονται από τους οικείους Υπουργούς, οι οποίοι όμως έχουν προηγουμένως επιλέξει τους ανώτατους δικαστές στο πλαίσιο της σχετικής απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου !

       Το Σύνταγμα προβλέπει (μία)θέση Αντιπροέδρου σε κάθε ένα από τα Ανώτατα Δικαστήρια. Ο κοινός νομοθέτης προέβλεψε από 10 θέσεις Αντιπροέδρων  στον Άρειο Πάγο και στο Συμβούλιο της Επικρατείας και κάποιες λιγότερες στο Ελεγκτικό Συνέδριο! Η παρεμβολή έτσι της πολιτικής σκοπιμότητας στα θέματα της δικαιοσύνης έχει μεγεθυνθεί πέρα ακόμα και από τις συνταγματικές προβλέψεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι Αντιπρόεδροι προεδρεύουν στα Τμήματα των Ανωτάτων Δικαστηρίων, τα οποία μάλιστα είναι λιγότερα από τις θέσεις Αντιπροέδρων που κατανέμονται σε   αυτά! Οι θέσεις Αντιπροέδρων πρέπει άμεσα να περιορισθούν. Μια θέση Αντιπροέδρου κατά Δικαστήριο αρκεί, προκειμένου αυτός να αναπληρώνει τον Πρόεδρο όταν αυτός κωλύεται.

       Η Εθνική Σχολή Δικαστών προσέφερε και προσφέρει πολλά στη γενικότερη επαγγελματική κατάρτιση αλλά και εκπαίδευση των δικαστών. Μέσω της διδασκαλίας σε αυτήν βελτιώθηκε το γνωστικό τους επίπεδο αλλά και η επαγγελματική τους εκπαίδευση. Εκεί που δυστυχώς υστερούν οι εκπαιδευόμενοι δικαστές είναι στα θέματα δεοντολογίας και γενικότερης κοινωνικής κατάρτισης και συμπεριφοράς. Δυστυχώς συχνά μέσω της Σχολής Δικαστών αναπαράγεται  η παλαιά αρτιοσκληρητική δικαστική νοοτροπία. Το πλήθος εμπειριών και γνώσεων που επιδιώκεται να αποκτήσουν οι νέοι δικαστές δεν αρκεί. Επικρατεί η επιδίωξη απομνημόνευσης της νομολογίας χωρίς κριτική διάθεση ή γενικότερο προβληματισμό πάνω σε αυτήν. Τα θέματα επίσης της δικαστικής δεοντολογίας δεν αναπτύσσονται με επάρκεια. Καλλιεργείται συχνά μια νοοτροπία απαράδεκτου ελιτισμού ακόμα και έναντι των παλαιότερων δικαστών. Η ανάγκη για επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης δεν προβάλλεται ιδιαίτερα. Αλλά και  τα διδασκόμενα μαθήματα περιορίζονται συνήθως μόνο σε εκείνα που κρίνονται αναγκαία για τη με στενή έννοια επαγγελματική κατάρτισή τους. Επαρκείς γνώσεις οικονομίας, κοινωνιολογίας ή ψυχολογίας κλπ  δεν μεταδίδονται. Κυρίως δεν αναπτύσσεται όσο θα έπρεπε το πνεύμα της δικαστικής ανεξαρτησίας  εντός και εκτός του θεσμού της δικαιοσύνης. Υστερεί ακόμα η διαρκής εκπαίδευση των ήδη υπηρετούντων δικαστών. Τα σεμινάρια που οργανώνονται  δεν επαρκούν για την ενημέρωσή των δικαστών στις νεότερες νομοθετικές εξελίξεις.

      Τέλος, τα ιδιωτικά συμφέροντα κάνουν ό,τι μπορούν με θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση. Οι περισσότεροι δικαστές ελπίζεται ότι τηρούν το καθήκον τους και δεν υποκύπτουν. Κάποιοι, με μειωμένο ήθος και σθένος υποχωρούν. Οι τελευταίοι πρέπει να εντοπίζονται και να αποβάλλονται από ένα Σώμα, στο οποίο η εντιμότητα πρέπει να αποτελεί για τους λειτουργούς του το ύψιστο καθήκον. Οι ίδιοι οι δικαστές οφείλουν να απομακρύνουν τους ανάξιους συναδέλφους τους. Η απαράδεκτη επιείκεια που παραδοσιακά επικρατεί πρέπει  επιτέλους να εξοβελισθεί.

Γιώργος Σταυρόπουλος

19.2.2024